Στη σχέση γονέα και παιδιού δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος.

Στη σχέση γονέα και παιδιού δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος.

 

 

Η σχέση γονέα και παιδιού είναι από τις πιο δημιουργικές και συναισθηματικές σχέσεις που μπορεί κάποιος να βιώσει. Τα παιδιά βαδίζουν σε μονοπάτια εξέλιξης της προσωπικότητας τους, που τους είναι άγνωστα μέχρι σήμερα, και οι γονείς πρέπει να βαδίζουν παράλληλα με εκείνα, όχι μπροστά αλλά όχι και πίσω από αυτά. Αυτό το στάδιο εμπεριέχει αρκετές εκρήξεις θυμού και αρνητικότητας των παιδιών, όπου οι γονείς συχνά απελπίζονται και αγωνιούν για την καλή έκβαση των πραγμάτων. Η επικοινωνία γίνεται αρκετά δύσκολη και φαίνεται σαν, ό,τι και να πουν οι γονείς, να είναι λάθος για τα παιδιά τους. Όμως, εάν κάποιος το δει ως πρόκληση για βελτίωση, ίσως να έχει κερδίσει τον μισό «αγώνα».

Όταν αναλογιζόμαστε πώς οραματιζόμαστε τα παιδιά μας, ως ενήλικες, η πιο συχνή απάντηση είναι ότι θέλουμε να τα δούμε ανεξάρτητα, ισορροπημένα και ευτυχισμένα. Πώς θα το πετύχουμε όμως, αυτό; Σίγουρα όχι με το να είμαστε ένα βήμα μπροστά από εκείνα κάθε φορά -γιατί νιώθουν ανεπάρκεια και έλλειψη αυτοπεποίθησης- και σίγουρα όχι ένα βήμα πίσω -γιατί νιώθουν μόνοι και με έλλειψη προστασίας. Η παράλληλη με τα παιδιά στήριξη και υποστήριξη είναι το κλειδί, ώστε να εισπράξουν από εμάς την κατανόηση, την ενσυναίσθηση και την αυτοπεποίθηση που χρειάζονται.

Είμαστε δίπλα τους σε ό,τι χρειαστούν, που τις περισσότερες φορές ούτε εκείνα δεν αντιλαμβάνονται ακριβώς τί έχουν ανάγκη ή τί θα μπορούσαμε να κάνουμε για να βοηθηθούν.  Το μόνο σίγουρο είναι ότι τιμωρώντας τους για κάθε λάθος που κάνουν, θα φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα και όχι μόνο. Για παράδειγμα, ένα από τα κυριότερα αίτια της ενήλικης αναποφασιστικότητας είναι ένα μη ελαστικό και ανεκτικό οικογενειακό περιβάλλον όσον αφορά τα λάθη. Δηλαδή, εάν ένα παιδί έχει μεγαλώσει με γονείς, οι οποίοι έκριναν πολύ αυστηρά τα λάθη των παιδιών τους και δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα την προσπάθεια, η πιθανότητα αυτοί οι ενήλικες να παρουσιάζουν συμπεριφορές αναποφασιστικότητας και έλλειψη πρωτοβουλιών είναι αρκετά υψηλή. Χρειάζεται να διδάσκουμε από μικρή ηλικία την σημασία των αποτυχημένων προσπαθειών ή λαθών, γιατί ακόμα κι εμείς οι γονείς έχουμε πολλά να μάθουμε από τα παιδιά μας.

Είναι δύσκολο να αφήσουμε τον έλεγχο, γιατί έχουμε την αγωνία μήπως προκύψει κάτι δυσάρεστο. Είναι δύσκολο να παρατηρούμε τα παιδιά μας να «χάνουν» κάθε αγώνα. Είναι δύσκολο να είμαστε κοντά στα παιδιά μας, όταν νιώθουν συναισθήματα αποτυχίας, μοναξιάς και ότι κανένας δεν τους καταλαβαίνει και να μην πρέπει να το διορθώσουμε αμέσως, κάνοντας οι ίδιοι αυτό που χρειάζεται να τους διδάξουμε. Είναι δύσκολο γιατί τα νοιαζόμαστε και τα αγαπάμε τόσο πολύ που μας πληγώνει η σκέψη και μόνο να τα βλέπουμε να προβληματίζονται ή να ξεσπούν με αρνητικότητα, θλίψη, θυμό και νεύρα. Όμως, χρειάζεται να αναρωτηθούμε «Μήπως είναι φυσιολογικό να αναρωτιούνται; Μήπως «βασανίζονται» σε σκέψεις, γιατί θέλουν να καταλήξουν στο τί είναι σημαντικό, τελικά;».

Εάν προστρέξουμε να λύσουμε το πρόβλημα, για να νιώσει καλύτερα απόψε κιόλας (γιατί εμείς δεν θα μπορούμε να ησυχάσουμε από την αγωνία), τότε τί κατέκτησε το παιδί; Πιθανά, χαμηλότερη αυτοπεποίθηση και αμφιβολίες για τον εαυτό του. Ο ρόλος μας ως γονείς είναι αρχικά, να τους ακούσουμε θέτοντάς τους τις κατάλληλες ερωτήσεις, μετά να δώσουμε χρόνο να σκεφτούν και τέλος, να συζητήσουμε το πού κατέληξε. Ακόμα κι αν η κατάληξη της συζήτησης δεν είναι συμβατή με το δικό μας σκεπτικό, οφείλουμε να συνεχίσουμε τις ερωτήσεις (χωρίς άμεση απάντηση απαραίτητα) και να ξαναδώσουμε χρόνο.

Παράλληλα με τα παιδιά. Το κλειδί είναι οι κατάλληλες ερωτήσεις ώστε να νιώσουν την αυτονομία που έχουν ανάγκη. Να νιώσουν ότι είναι ικανοί να ορίζουν τις επιλογές τους και να βρίσκουν τις δικές τους λύσεις για την δικιά τους ζωή. Όσο νιώθουν την ασφάλεια των γονέων να εξερευνήσουν τον δικό τους εαυτό χωρίς να κριθούν αυστηρά ή να φοβούνται ότι θα πουν τα λάθος πράγματα ή τις λάθος σκέψεις, τόσο πιο ισχυρός γίνεται ο δεσμός μεταξύ παιδιών και γονέων και τόσο πιο πολύ μεγαλώνει το περιθώριο που μας αφήνουν να καθοδηγούμε με ερωτήσεις.

Ακόμα και αν δεν καταλήγει κάπου και συνεχίζει τον προβληματισμό του, τότε κάτι λέει παραπάνω που πρέπει να ακούσουμε πιο προσεκτικά.

Προσωπικά, με αιφνιδιάζει πάντα ο τρόπος με τον οποίο ο έφηβος γιος μου συζητάει ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Τον δυσκολεύει να εκφράζεται συναισθηματικά σχετικά με το πρόβλημα του στην παρούσα στιγμή. Και δυσκολεύομαι και εγώ με την σειρά μου μην πω κάτι που θα τον οδηγήσει να κλειστεί στον εαυτό του.   Όταν καθοδηγώ με ερωτήσεις, τότε καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που το νιώθει όλο δικό του, κατακτά άλλο ένα σημαντικό βήμα προς την ωρίμανση και την ανεξαρτησία του. Εάν προστρέξω, υπάρχει ο κίνδυνος να χάσω την επαφή μαζί του. Στην περίπτωση δε, που ταράξω την διαδικασία της αμφισβήτησής του πριν αντιληφθεί ποιο είναι το πρόβλημα, τότε πολύ εύκολα μπορεί να νιώσει ανεπαρκής. Όταν συζητάμε παρέα, το δέσιμο του δεσμού γονέα-παιδιού που νιώθουμε και οι δύο είναι τόσο ισχυρό που η αίσθηση της ασφάλειας και της επικοινωνίας καθιστά τα θεμέλια της ικανότητας για τις ενήλικες υγιείς σχέσεις του. Ως γονέας, ησυχάζω πολύ περισσότερο, όταν γνωρίζω τις σκέψεις και τα συναισθήματά του και νιώθει την άνεση να μου τα εκφράσει επιτρέποντάς μου να συμμετέχω στην διαδικασία αναζήτησης των επιλογών του.

 

Leave a Comment